σκέψη 1119

Λυγερός και απαλλαγμένος απ’ ονόματα,
κάθισες στη άκρη εκεί κι
ένιωσες μόνος όσο ποτέ.
Τι σαν χτένισες δρόμους θολωμένους και στενά στην πόλη αυτή.
Τι σαν όργωσες μουνιά για να διαιωνίσεις το μάταιο.
Έμαθες, και τα ρολόγια γύριζες μια αγάπη πίσω, κάθε που έκανες λάθος.
Μόνος τώρα…
αργοσφυρίζεις ελαφρολαϊκά περιμένοντας την εξόδιο,
των Δωρικών σου αποφάσεων.

σκέψη 212 (υπεκφυγές)

Στο εικοστό έβδομο χιλιόμετρο
μιας ξαφνικής
κι αδιανόητης απόφασης.
Με διέρρηξαν αναπόφευκτα
οι θερινές σου υπεκφυγές.
Θαρρώ πως χώρεσαν μαζί τους
γλυκές φωνές και διαυγείς,
από παιδιά που δεν πεινάσανε ποτέ.
Μαζί με κλάμα αχτένιστων
δημοσίων υπαλλήλων,
βυθισμένων σε απραξία.
Ηχούσαν συχνά
ως το τέρμα του λεωφορείου,
στις παρυφές μιάς πόλης,
που δεν κατοίκισα ποτέ.
Εκει ξεπέζεψα ότι κρατούσα όνειρο,
και
βάλθηκα να διευκρινίσω
τις απόψεις μου.
Για κείνους που χάνονται Ίκαροι.
Και για τους διανοητές,
που δεν διανοούνται τα απλά.