Λυγερός και απαλλαγμένος απ’ ονόματα,
κάθισες στη άκρη εκεί κι
ένιωσες μόνος όσο ποτέ.
Τι σαν χτένισες δρόμους θολωμένους και στενά στην πόλη αυτή.
Τι σαν όργωσες μουνιά για να διαιωνίσεις το μάταιο.
Έμαθες, και τα ρολόγια γύριζες μια αγάπη πίσω, κάθε που έκανες λάθος.
Μόνος τώρα…
αργοσφυρίζεις ελαφρολαϊκά περιμένοντας την εξόδιο,
των Δωρικών σου αποφάσεων.
κάθισες στη άκρη εκεί κι
ένιωσες μόνος όσο ποτέ.
Τι σαν χτένισες δρόμους θολωμένους και στενά στην πόλη αυτή.
Τι σαν όργωσες μουνιά για να διαιωνίσεις το μάταιο.
Έμαθες, και τα ρολόγια γύριζες μια αγάπη πίσω, κάθε που έκανες λάθος.
Μόνος τώρα…
αργοσφυρίζεις ελαφρολαϊκά περιμένοντας την εξόδιο,
των Δωρικών σου αποφάσεων.