σκέψη 1119

Λυγερός και απαλλαγμένος απ’ ονόματα,
κάθισες στη άκρη εκεί κι
ένιωσες μόνος όσο ποτέ.
Τι σαν χτένισες δρόμους θολωμένους και στενά στην πόλη αυτή.
Τι σαν όργωσες μουνιά για να διαιωνίσεις το μάταιο.
Έμαθες, και τα ρολόγια γύριζες μια αγάπη πίσω, κάθε που έκανες λάθος.
Μόνος τώρα…
αργοσφυρίζεις ελαφρολαϊκά περιμένοντας την εξόδιο,
των Δωρικών σου αποφάσεων.

σκέψη 1118

Αν στοχαστής σκοτωθεί
σε τροχαίο, οι πόλεις δεν θα ‘ναι πια οι ίδιες.
Δεν θα ‘χουν πλέων υπόστεγα,
ανεκτίμητα σιωπηλά.

Κι οι λέξεις,θα παραβιάζουν τα φανάρια,

καθωσπρέπει διασταυρώσεων

με υπερβολή.

Τότε εγώ θα γελώ, σαν τώρα.
Χα!

σκέψη 212 (υπεκφυγές)

Στο εικοστό έβδομο χιλιόμετρο
μιας ξαφνικής
κι αδιανόητης απόφασης.
Με διέρρηξαν αναπόφευκτα
οι θερινές σου υπεκφυγές.
Θαρρώ πως χώρεσαν μαζί τους
γλυκές φωνές και διαυγείς,
από παιδιά που δεν πεινάσανε ποτέ.
Μαζί με κλάμα αχτένιστων
δημοσίων υπαλλήλων,
βυθισμένων σε απραξία.
Ηχούσαν συχνά
ως το τέρμα του λεωφορείου,
στις παρυφές μιάς πόλης,
που δεν κατοίκισα ποτέ.
Εκει ξεπέζεψα ότι κρατούσα όνειρο,
και
βάλθηκα να διευκρινίσω
τις απόψεις μου.
Για κείνους που χάνονται Ίκαροι.
Και για τους διανοητές,
που δεν διανοούνται τα απλά.

βραχογραφία ένα

η θάλασσα και ο βράχος
εις σάρκα μια.
τ’ άνεμου η ακολουθία
άπειρη.
ιδού κι ο λάρος* έγκειται.

*γλαρός

Δύο χιλιάδες χρόνια

Χώρα αρχαία.
Σκουριασμένη ως το μεδούλι.
Σπαράγματα μονάχα,
ιστορίας ασήκωτης.
Στους ώμους λαθροθεατών,
Εδώ και εκεί.

ομωτράπεζοι*

Ξυπνάς συστηματικά

 

ώρα  επτά,  

φωνή παθητική:

κοιμάσαι ακόμη.

Είναι η τσίμπλα στο ζενίθ

και το μπρίκι στο μάτι.

Ώρα επτά και δέκα,

βρέχει έξω; κάνει κρύο;

Κινείσαι… αργά δοσμένη πιά,

στην αργοπορία.

Ώρα επτά και τριάντα

μετοχή: συνωστιζόμενη.

Μουγκαμάρα εκατοντάδων,

τραμ, τραίνα, λεωφορεία, ούτε λέξη.

Κλείνεις τα μάτια Σέριφος,

ανοίγεις Πατησίων.

Φωνή: υπομονετική,

χρόνος κλεμμένος

εξακολουθητικός.

*αφιερωμένο στην Α.Θ.

σκέψη 91 [Ανάπλι]

 

 

Ο απηλιώτης* του καλοκαιριού φυσάει

και ξεστρώνει το χρυσαφένιο παρελθόν.

Περνάει τα θυρώματα και βγαίνει στο προσκήνιο

Ηλέκτρα, Ελένη, Εκάβη,

με προσωδία ανεμόδαρτη διδάσκει   

ποίες  λέξεις ν΄ αποφεύγω.  

Επινίκια τα τζιτζίκια

με συντροφεύουν στην άσφαλτη ομορφιά. 

Οι πέτρες οι απόρθητες και τα φραγκόσυκα,

από κατάκτηση στεγνώσανε.

Πιστοί φρουροί μονάχοι,

απομείνανε να συγκροτούν το έπος.

Η μάχη τώρα γίνεται στην πλαζ

Αδιάφοροι και ξεδιάντροπα ελεύθεροι

πατήσαμε τ΄ Ανάπλι.

Και το σπίτι του ποιητή* μόνο.

Ήσυχο από λέξεις που το διεκδικούν,

κληρονομιά σε όλους εξ΄ αδιαιρέτου.

 

 

 

 

 

απηλιώτης*: ανατολικός άνεμος

ποιητη*; Αναφορά στο σπίτι του ποιητή Ν Καρούζου που κατάγεται από το Ναύπλιο