Χώμα

Ας προσφέρουμε χώμα,
για αυτούς που δεν αγάπησαν.
Αέρα, για κείνους που “έφυγαν”.
Νερό, για όσους είναι εδώ,
και πιστεύουν στο λίγο
που ´ναι σπόρος στη γή,
λέξη, στα χείλη.
Επιθυμία ανεκπλήρωτη.

(Με αφορμή έναν πλανόδιο) Αθήνα 17/11/12

Advertisements

σκέψη 1119

Λυγερός και απαλλαγμένος απο αισθηματα,
κάθισες στη άκρη εκεί,
κι ένιωσες μόνος όσο ποτέ.
Χτένισες δρόμους θολωμένους,
και στενά, στην πόλη αυτή Χάθηκες
Όργωσες μουνιά να διαιωνίσεις το μάταιο.
Έμαθες όμως, και τους δείκτεςγύριζες μια στιγμή πίσω,
κάθε που έκανες λάθος.

Μόνος τώρα…
σιγοσφυρίζεις ελαφρολαϊκά,
περιμένοντας την εξόδιο,
των Δωρικών σου αποφάσεων.

σκέψη 1118

Αν στοχαστής σκοτωθεί
σε τροχαίο, οι πόλεις δεν θα ‘ναι πια οι ίδιες.
Δεν θα ‘χουν πλέων υπόστεγα,
ανεκτίμητα σιωπηλά.

Κι οι λέξεις,θα παραβιάζουν τα φανάρια,

καθωσπρέπει διασταυρώσεων

με υπερβολή.

Τότε εγώ θα γελώ, σαν τώρα.
Χα!

σκέψη 212 (υπεκφυγές)

Στο εικοστό έβδομο χιλιόμετρο
μιας ξαφνικής
κι αδιανόητης απόφασης.
Με διέρρηξαν αναπόφευκτα
οι θερινές σου υπεκφυγές.
Θαρρώ πως χώρεσαν μαζί τους
γλυκές φωνές και διαυγείς,
από παιδιά που δεν πεινάσανε ποτέ.
Μαζί με κλάμα αχτένιστων
δημοσίων υπαλλήλων,
βυθισμένων σε απραξία.
Ηχούσαν συχνά
ως το τέρμα του λεωφορείου,
στις παρυφές μιάς πόλης,
που δεν κατοίκισα ποτέ.
Εκει ξεπέζεψα ότι κρατούσα όνειρο,
και
βάλθηκα να διευκρινίσω
τις απόψεις μου.
Για κείνους που χάνονται Ίκαροι.
Και για τους διανοητές,
που δεν διανοούνται τα απλά.

Δύο χιλιάδες χρόνια

Χώρα αρχαία.
Σκουριασμένη ως το μεδούλι.
Σπαράγματα μονάχα,
ιστορίας ασήκωτης.
Στους ώμους λαθροθεατών,
Εδώ και εκεί.

ομωτράπεζοι*

Ξυπνάς συστηματικά

 

ώρα  επτά,  

φωνή παθητική:

κοιμάσαι ακόμη.

Είναι η τσίμπλα στο ζενίθ

και το μπρίκι στο μάτι.

Ώρα επτά και δέκα,

βρέχει έξω; κάνει κρύο;

Κινείσαι… αργά δοσμένη πιά,

στην αργοπορία.

Ώρα επτά και τριάντα

μετοχή: συνωστιζόμενη.

Μουγκαμάρα εκατοντάδων,

τραμ, τραίνα, λεωφορεία, ούτε λέξη.

Κλείνεις τα μάτια Σέριφος,

ανοίγεις Πατησίων.

Φωνή: υπομονετική,

χρόνος κλεμμένος

εξακολουθητικός.

*αφιερωμένο στην Α.Θ.