σκέψη [βρεγμένη]

η θάλασσα  που δεν μπήκαμε μέσα της,
είναι πολύ περισσότερη.
Aπ’ την άλλη,
εκείνη τη γαλήνια, που πλατσουρίσαμε παιδιά.
κι αργότερα  βούτηξαμε τις αμαρτίες μας.
Μετά ανοίξαμε τα χέρια διάπλατα!
διάπλατα να αγκαλιάσουμε λες
σφιχτά, το άπαν.
Κι αυτό αν θες το πιστεύεις!

Advertisements

ομωτράπεζοι*

Ξυπνάς συστηματικά

 

ώρα  επτά,  

φωνή παθητική:

κοιμάσαι ακόμη.

Είναι η τσίμπλα στο ζενίθ

και το μπρίκι στο μάτι.

Ώρα επτά και δέκα,

βρέχει έξω; κάνει κρύο;

Κινείσαι… αργά δοσμένη πιά,

στην αργοπορία.

Ώρα επτά και τριάντα

μετοχή: συνωστιζόμενη.

Μουγκαμάρα εκατοντάδων,

τραμ, τραίνα, λεωφορεία, ούτε λέξη.

Κλείνεις τα μάτια Σέριφος,

ανοίγεις Πατησίων.

Φωνή: υπομονετική,

χρόνος κλεμμένος

εξακολουθητικός.

*αφιερωμένο στην Α.Θ.

agnosia Lx

Μπορείς να με ταξιδέψεις

έξω απ΄ το πραγματικό.

Ή να ζητήσεις από μένα να φύγω,

με την πρωινή δροσιά

να χαθώ.

Μα δεν μπορείς να με χτίσεις

μέσ’ στο δικό σου Όνειρο,

που στέκει…

στην άκρη της νοητής

σου  επιθυμίας.

Ποιος ανδρείος να αμυνθεί;

και ποιος ειδωλολάτρης;

να ξοδέψει το σώμα του.

Γιά τούτες τις πέτρες που χτίστηκαν

με χίλιες σκέψεις,

εικονολατρικές.

ποιος;

σκέψη 207

Σου γράφω την αλήθεια,

από τα ξένα μακριά.

Πως  τον Οιδίποδα τον είδα να περνά

στην rue Rivoli αρχαίος φανερά.

Και κάπου πέτυχα την Μήδεια

μετανιωμένη μα, ανίκανη να κάνει αντίσταση.

Σαν Οδυσσέας  περιπλανιέμαι και

γράφω σε μια γλώσσα αρχαία

όσο και το φως που υφαίνει τις ιδέες.